Αυτό το ποστ απο πολλές απόψεις ήταν αναπόφευκτο. Ξεκίνησα αρκετές φορές να το γράφω, μια παρακινημένος απο θυμό, μια απο νοσταλγία, μια απο αγάπη, μια απο λύπη και απελπισία. Ποτέ όμως δεν άφησα τον εαυτό μου να το τελειώσει και -κυρίως- να το δημοσιεύσει. Αλλα τώρα; Δεν υπάρχει θυμός, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που να μην μπορώ να το ελέγξω. Δεν υπάρχει λύπη, όχι στο βαθμό που θα μου υποτάσσει τα πάντα. Υπάρχει σκέψη, υπάρχει ψυχραιμία, υπάρχω εγώ, για πρώτη φορά εδώ και ένα χρόνο.
Λιγότερο απο ένα χρόνο αργότερα, τελειώσαμε. Λιγότερο...δηλαδή δυο εβδομάδες λιγότερο. Λέγαμε πως θα περνούσαμε μια ζωή μαζί, με σχέδια, με όνειρα, με, με, με...και όμως, τελειώσαμε. Έτσι απλά, σε ένα απόγευμα, τελειώσαμε. Όχι επειδή ο ένας απο τους δύο μας έφυγε, νόμιζα, αλλά τώρα πλέον ξέρω πως δεν ήταν έτσι. Εσύ έφυγες. Απλώς, ηθελημένα ή όχι, το έκανες να φανεί σαν να ήταν κοινή απόφαση. Για μερικές στιγμές, ίσως και να νόμιζα πως ήταν δική μου η απόφαση. Και ένιωσα και ενοχές, ο μαλάκας. Αλλά δεν ήταν δική μου η απόφαση. Ήταν καθαρά δική σου.
Ίσως όχι απαραίτητα επειδή ποτέ δε συναντηθήκαμε στη μέση, όχι. Κάθε φορά πήγαινα εγώ στη μέση και περίμενα μόνος μου να έρθεις, αλλά εσύ πάντα έμενες στην πλευρά σου. Οι σχέσεις όμως δεν δουλεύουν έτσι. Αν υπάρχει κάτι στο οποίο αρνείσαι να συμβιβαστείς, δυο τινά συμβαίνουν: ή δεν αγαπάς αρκετά, ή είσαι με τον λάθος άνθρωπο. Δε σε πίεσα ποτέ να συμβιβαστείς με κάτι άσχημο για σένα. Το ότι ήθελα να μην είμαι κλεισμένος μέσα σε ένα δωμάτιο μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής μου, χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο, θέλω να πιστεύω πως δεν ήταν μια εξωπραγματική ή παράλογη επιθυμία, και όμως, ακόμα και σε αυτό σε συνάντησα στη μέση, γιατί πιστεύω πως αγαπούσα αρκετά. Δε σου ζήτησα κάτι τραγικό. Που και που να βγαίνουμε απο αυτό το δωμάτιο. Μαζί. Αλλά ζητούσα πολλά.
Ίσως όχι επειδή εκεί που είσαι ήμουνα και εκεί που είμαι θα έρθεις. Πέρασα και γω τη φάση της εθελοντικής απομόνωσης, και ξέρω πως δεν είναι χρόνια που κοιτώ με νοσταλγία, πλέον. Ξέρω πως δεν ήταν χρόνια όμορφα. Ξέρω πως είχα λόγους να είμαι έτσι που εσύ δεν τους έχεις. Οπότε προσπάθησα να σε βοηθήσω να το ξεπεράσεις. Όχι με το ζόρι, όχι με τη βία. Δε σε εξανάγκασα να κάνεις τίποτα. Πρότεινα, ξαναπρότεινα, ζήτησα. Ένα καφέ έξω, ένα γεύμα, μια φιλική συνάθροιση. Με ανθρώπους πραγματικά καλούς, μια δεύτερη οικογένεια μακριά απο την οικογένεια μου, που με τράβηξαν πίσω όταν ήμουν στα όρια ενός ψυχολογικού γκρεμού, ανθρώπων στους οποίους χρωστάς τα μισά απο αυτά που έλεγες ότι αγαπούσες σε μένα. Δε ζήτησα να γίνετε κολλητάρια, αλλά ένα "γεια". Ένα "ευχαριστώ". Ένα "τι κάνεις". Τι στο διάολο, ίδια ενδιαφέροντα είχατε, δεν είναι λες και έβαλα ένα Ούγγρο φυσικομαθηματικό να μιλήσει με έναν Μόγγολο βυρσοδέψη. Είχατε θέματα να συζητήσετε. Ένα χαμόγελο, έστω και προσποιητό, όταν προσπαθούσαν να κάνουν αστεία για να νιώσεις άνετα. Αλλά όχι. Με ανάγκαζες να μοιράζομαι το χρόνο μου, ή μαζί τους ή μαζί σου, ποτέ μαζί σας. Γιατί, τις ελάχιστες φορές που ήμουν μαζί σας δεν τους μιλούσες, απέφευγες, ξίνιζες, και μετά γκρίνιαζες, λες και η εμπειρία πριν δεν ήταν αρκετά ψυχοφθόρα. Ζήτησα μόνο μια μικρή προσπάθεια απο μέρους σου, γιατί αυτοί, πίστεψε με, κατέβαλλαν υπεράνθρωπες. Αλλά ζητούσα πολλά.
Μου δήλωσες πως δεν ήμουν έτοιμος για σχέση, ενώ εσύ ήσουν. Και πλέον έχω την ψυχραιμία να σου απαντήσω: κάνεις λάθος. Ξέρεις, σκέφτηκα πολύ αυτές τις μέρες, και κατέληξα στο εξής...Η διαφορά μεταξύ του αληθινού έρωτα και του ενθουσιασμού, για κάποιους ανθρώπους, φαίνεται μόνο όταν τελειώσει μια σχέση. Απο τη δική μου μεριά; Έκλαψα, χαλάστηκα, μετάνιωσα, σκέφτηκα, έγινα κώλος, έγινα ράκος, έγινα σκνίπα. Θύμωσα, με έπιανε μια η κατάθλιψη και μια το γαμώτο της κατάστασης. Ενώ εσύ αντέδρασες λες και δεν υπήρξαμε ποτέ. Όταν σου είπα ότι σιχαίνομαι το ότι δεν μιλάμε πια και προσποιούμαστε ότι είμαστε φίλοι μόνο και μόνο για να διατηρήσουμε το πρόσχημα του πολιτισμού, έκοψες κάθε επαφή και μου δήλωσες πως ποτέ δε θα είμαι ευτυχισμένος. Σε αγαπούσα, ενώ εσύ αγαπούσες εμένα ως έννοια, αλλά όχι ως άνθρωπο. Ακόμα και όταν μπήκαν εμπόδια μπροστά μας, ήθελα να τα περνάμε, ενώ εσύ ήθελες απλώς να τα αφήνουμε εκεί. Ίσως ήλπιζες να φύγουν απο μόνα τους, και εμένα είχε μαλλιάσει η γλώσσα μου να σου λέω ότι απλώς μαζεύονταν για μαζική επίθεση, αλλά ακόμα και τότε, επέλεξα να γίνει το δικό σου γιατί δεν ήθελα να σε χάσω εκεί και τότε. Οπότε, κάνεις λάθος. Ημουν και είμαι έτοιμος για μια αληθινή σχέση, ενώ εσύ ήθελες ένα παραμύθι. Ήθελες τον ιππότη που θα κάνει πέρα ότι είναι για σένα, τον ιππότη που θα αλλάξει πάνω του όλα αυτά που σε τράβηξαν σε αυτόν μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί να αλλάξεις εσύ τίποτα απο το πως ήσουν πριν. Αλλά ζητούσες πολλά.