Wednesday, February 27, 2013

"Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια..."



...το βλέπω συχνά στα διάφορα feeds μου, σε διάφορες παραλλαγές του τώρα τελευταία. Δεν ξέρω γιατί. Είναι μήπως le mot du jour (ή, μάλλον, l'expression du mois) και μόνο εγώ δεν έχω πάρει το memo; Δεν ξέρω.

Ολοι μας ξέρουμε την αρχική έκφραση. "Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια, κάνε λεμονάδα". Δηλαδή όταν η ζωή/μοίρα/κόσμος φέρνει προς το μέρος σου κάτι ξινό/δυσάρεστο, μετάτρεψε το σε κάτι γλυκό/ ευχάριστο. Αισιόδοξο, δε μπορώ να πω. Δε μπορώ να πω πως το συμμερίστηκα ποτέ, όμως. Ίσως επειδή πάντα μου άρεσε γευστικά το έρμο το λεμονάκι που παρομοιάστηκε για τις ανάγκες της έκφρασης με το υβρίδιο του Στάλιν με κουτσουλιά στο κούτελο. Ίσως φταίει και πως το έβρισκα και ολίγον τι μοιρολατρικό (και ας είχα πέσει και ο ίδιος στην παγίδα της μιζέριας για περισσότερο καιρό απο όσο θέλω να παραδεχτώ). Όπως και να 'χει. Η έκφραση αυτή μου καθόταν πάντα στο λαιμό. Ώσπου άκουσα μια παραλλαγή της πριν απο περίπου δυο χρόνια (ελαφρώς αλλαγμένη ώστε να σταθεί out of context).

"Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια, μην κάνεις λεμονάδα. Απαίτησε απο τη ζωή να πάρει τα λεμόνια πίσω! Θύμωσε! Δε θέλω τα κωλολεμόνια σου, τι να τα κάνω; Απαίτησε να δεις τον υπεύθυνο της ζωής. Κάνε τη ζωή να καταραστεί την ώρα και τη στιγμή που πίστεψε πως μπορούσε να σου δώσει λεμόνια. Ξέρεις ποιος είμαι; Είμαι ο τύπος που θα κάψει το σπίτι σου, με τα λεμόνια. Θα εφεύρω ένα αυτοαναφλεγόμενο λεμόνι που θα κάψει το σπίτι σου!"

Και γω το μόνο σχόλιο που μπορώ να κάνω, είναι ένα ξεγυρισμένο "εεεεεετσι".


Υ.Γ: Που την άκουσα; Στο Portal 2, κυρίες και κύριοι. Σε ένα βιντεοπαιχνίδι. Αλλά ξέρω, τα σνομπάρετε κάποιοι απο εσάς, θεωρείτε πως είναι χαζά, ανόητα παιχνιδάκια για παιδιά. Κοσμοθεωρία σε ένα βιντεοπαιχνίδι, ε; Μάθατε και κάτι καινούριο σήμερα.

Friday, February 8, 2013

"Στου Κουνγκ Φου την πόρτα, αν σε παίρνει βρόντα"

Όπως σας υποσχέθηκα, αυτό είναι το δεύτερο και προς το παρόν τελευταίο μέρος της λίστας λέξεων και εκφράσεων που, ενώ δεν υπάρχουν, θα έπρεπε.

Χαμηλεπίπεδος/η, ο/η (ουσιαστικό) : Άτομο χαμηλού εγκεφαλικού ή/και πνευματικού επιπέδου που όμως θεωρεί ευατόν ως κάτοχο μάστερ στην ανθρωπιά, το χιούμορ και πολλά άλλα. Αργά ή γρήγορα οι χαμηλεπίπεδοι σπάνε τόσο πολύ τα νεύρα των γύρω τους που τρώνε πολιτισμική παντόφλα (βλ. λήμμα).


Βροντόσαυρα, η (ουσιαστικό) : Η νταρντάνα ή/και φωνακλού γυναικα με κακό χαρακτήρα. Η Βροντόσαυρα αρέσκεται στο να γκρινιάζει και να απολαμβάνει να γκρινιάζει. Όταν δεν έχει λόγο να γκρινιάξει, γκρινιάζει για την έλλειψη λόγων να γκρινιάξει. Αν μπεις στην παγίδα να διαφωνήσεις μαζί της, είναι λες και έχει καταπιεί ντουντούκες για πρωινό. Η βροντόσαυρα μιλάει πολύ και δυνατά και αν δει πως δεν πτοείσαι, το γυρνάει σε προσβολές σε χρόνο dt.


Φαλαινοθηλυκό, το (ουσιαστικό) : Συνώνυμη λέξη της βροντόσαυρας (βλ. λήμμα), αλλά στο ακόμα πιο large.


οχιάλη, η (ουσιαστικό) : Ανεξαρτήτος φύλου, ύπουλο και κακό άτομο με ίσες δόσεις κουτοπονηριάς και κακών σκοπών, με έλλειψη ντροπής. Η οχιάλη θεωρεί τον εαυτό της ίσο με τον Μοριάρτι, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο κοντά στον Dr. Evil απο το Austin Powers.


Ντεζα κλου, το (ουσιαστικό) : Πόσα hints να ρίξεις πια; Το ριξες μια και δεν το έπιασε, το ριξες δύο και δεν το έπιασε, το ριξες τρεις, τέσσερεις, ε, απο εκεί και μετά γίνεται ντέζα κλου.


Χιαρστζονίτιδα, η (ουσιαστικό): Σπάνιας μορφής πάθηση, κατα την οποία κάποιος που είναι ως εκείνη τη στιγμή πράος ξεσπάει σαν καταιγίδα και όποιον πάρει ο χάρος. Στη χιαρστζονίτιδα ήπιας μορφής, ο ασθενής ξεσπάει και αμολάει πράγματα τα οποία τόσο καιρό κρατάει μέσα του. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο ασθενής το παρακάνει με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε ήπιας μορφής γκρίνο ή βροντόσαυρα και, εαν δεν δεχθεί άμεσα θεραπεία προσγείωσης στην πραγματικότητα, σε κανονικό γκρίνο ή βροντόσαυρα (βλ. λήμματα).


Δενεχολογία, η (ουσιαστικό) : Όταν βουβαίνεσαι απο κάποια εξαιρετικής κλίμακας βλακεία ή κακία, τότε λέμε πως έπαθες δενεχολογία. 


Δινολόσαυρος, ο (ουσιαστικό) : Υβριδικό είδος ενθρώπου και σπάνιου δεινόσαυρου που στις διανθρώπινες σχέσεις τα δίνει όλα σχεδόν απο την αρχή χωρίς να κρατάει πισινές. Όταν ένας Δινολόσαυρος συναντήσει Ταπαιρνολόσαυρο (βλ. λήμμα), ακολουθεί καταστροφή.


Ταπαιρνολόσαυρος, ο (ουσιαστικό) : Υβριδικό είδος ανθρώπου και καθόλου σπάνιου δεινόσαυρου, που στις διανθρώπινες σχέσεις ακολουθεί τον εξής τρόπο κυνηγιού: Σταδιο πρώτο - Ο ταπαιρνολόσαυρος εκπέμπει φερομόνες που σε κάνουν να νιώθεις χημεία μαζί του. Στάδιο δεύτερο - Ο ταπαιρνολόσαυρος σε κάνει να πιστεύεις πως σε πάει με τα χίλια και πως αυτή είναι η αρχή μιας όμορφης φιλίας ή σχέσης. Στάδιο τρίτο - Ο ταπαιρνολόσαυρος περνάει πολύ χρόνο μαζί σου μέχρι να κολλήσεις. Στάδιο τέταρτο - Ο ταπαιρνολόσαυρος βαριέται και ασχολείται με τις υπόλοιπες τρεις ντουζίνες θύματα τα οποία κυνηγάει ταυτόχρονα και οι σχέσεις του μαζί του είναι ακριβώς όπως και αυτή που έχει μαζί σου. Στάδιο έκτο - Ο ταπαιρνολόσαυρος περιμένει μέχρι να χαλαστείς, ενίοτε ρίχνοντας σου ένα βλέμμα ή κουβέντα μόνο και μόνο για να μη χάσεις ενδιαφέρον. Στάδιο έβδομο - Γίνεσαι μπουφές. Οι ταπαιρνολόσαυροι τρέφονται συνήθως με το αντίθετο φύλο.


Αλεπουστιά, η (ουσιαστικό) : Πουστιά τέτοιας απίστευτης πονηριάς, που όσο και αν σε χαλάσει, ένα κομμάτι σου δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το σχεδιασμό και τη νοημοσύνη που τη γέννησε. Να μην συγχέεται με την αλενπρουστιά (βλ. λήμμα).


Αλενπρουστιά, η (ουσιαστικό) : Η γρήγορη αλλά παρόλα αυτά ασφαλής οδήγηση που κάνει κάποιος που βιάζεται, η οποία παρόλα αυτά τρομάζει τους συνεπιβάτες και κάνει ρεκόρ σε διάνυση απόστασης σε συνάρτηση με το χρόνο. Αλενπρουστιές κάνουν συνήθως οι Νικιλάντες (βλ. λήμμα). "Κόψε τις αλενπρουστιές, έχουμε άλλες δυο ώρες μέχρι να αρχίσει η ταινία!"


Θεοτόκυο ντριφτ, το (ουσιαστικό) : Όταν είσαι επιβάτης ή συνοδηγός σε όχημα που οδηγείται τόσο γρήγορα, βίαια και ατσούμπαλα που μέχρι να φτάσεις έχει φτάσει η καρδιά στο στόμα, το στομάχι στα πόδια και η ψυχή στην Κούλουρη, τότε βιώνεις ένα Θεοτόκυο ντριφτ. Ετυμολογικά, σύγχρονες μελέτες διέψευσαν πως η ονομασία οφείλεται στα αλλεπάλληλα "ω θεέ μου" που λες απο μέσα σου. "Απαπά, δεν ξαναμπαίνω σε λεωφορείο να κάνω Θεοτόκυο ντριφτ!"


Νικιλάντας, ο (ουσιαστικό) : Έλληνας οδηγός που θεωρεί πως αν πήγαινε κόντρα με το Σουμάχερ, όχι μόνο θα κέρδιζε, αλλά και πως θα ξεφτίλιζε το Μίκαελ. Μόνο αρσενικού γένους.


Γκρίνος, ο (ουσιαστικό) : Το αρσενικό της βροντόσαυρας (βλ. λήμμα).


Οιστρογότθος/α, ο (ουσιαστικό) : Είδος ανθρώπου που όταν έχει οίστρο μετατρέπεται σε γότθο (τους βάρβαρους, όχι τους goth), είτε πειράγματος, είτε χαβαλέ είτε οτιδήποτε. Τον οιστρογότθο δεν τον σταματάς καθόλου, μα καθόλου εύκολα. "Ο Ροδρίγο έγινε τέτοιος οιστρογότθος χθες που η Ελένη μετανάστευσε άρον άρον στη Μπουρκίνα Φάσο σήμερα το πρωί για να μην τον ξαναδεί"


Ψυχρυδρία, η (ουσιαστικό) : Επιστημονικό φαινόμενο κατά το οποίο το ζεστό νερό στο θερμοσίφωνα θα τελειώσει μόνο την πλέον άβολη στιγμή (πχ είσαι τόσο σαπουνισμένος που μοιάζεις με χιονάνθρωπο), αφού τα υπέροχα υδραυλικά του σπιτιού σου θα φροντίσουν να χρησιμοποιήσουν το καυτό νερό αποκλειστικά αλλού (πχ πλυντήριο, καζανάκι ή αλλού).


Ουανγουικστάντ, το (ουσιαστικό) : One night stand, το οποίο είτε επειδή είναι ιδιαίτερα καλό είτε επειδή ένα απο τα δύο ή και τα δύο άτομα νιώθουν ντροπή για αυτό, παίρνει παράταση ζωής και βαφτίζεται "σχέση". Φυσικά είναι καταδικασμένο εξ αρχής.


Ουανμανθστάντ, το (ουσιαστικό) : Σαν το ουανγουικστάντ, αλλά μεγαλύτερης διάρκειας.


Τουφαριά, η (ουσιαστικό) : Το να ξεχειλώνει κάποιος ένα αστείο ή "αστείο" στο βαθμό που γίνεται εξαιρετικά εκνευριστικό ή και αγγίζει τα όρια της κακοήθειας. Αν δε γελάσω την 27η φορά, μεγάλε, δε νομίζω να γελάσω ούτε στην 46η, ούτε στην 81η, ούτε στην 309η. Άστο για το επόμενο επεισόδιο. Απο το αγγλικό "too far". "Ο Ιάκωβος μπήκε επίτηδες απο την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου γιατί ο ρεσεψιονίστ θα του έλεγε καμιά τουφαριά πάλι και θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα μαζί του"


Τουφάρης/α, ο/η (ουσιαστικό) : Αυτός ή αυτή που διαπράττει τουφαριές κατ εξακολούθηση (βλ. λήμμα). Ο τουφάρης, αν αντιδράσεις, εννιά στις δέκα φορές θα αρχίσει να λέει ατάκες του στυλ "πως κάνεις έτσι", "ένα αστείο κάναμε" κτλ και κατηγορεί εσένα για έλλειψη κατανόησης ή/και χιούμορ αντί να συνειδητοποιήσει πως α) δεν είναι ούτε κατα διάνοια όσο αστείος νομίζει πως είναι και β) ίσως να φταίει λίγο και αυτός που δεν έπιασε τα πρώτα 482 προειδοποιητικά σημάδια πως είναι τουφάρης. Οι τουφάρηδες γενικώς κατηγορούν τους άλλους για έλλειψη χιούμορ, επειδή δεν κατανοούν πως το χιούμορ δεν είναι σαν τη συνταγή του Συνταγματάρχη στα KFC: υπάρχουν και τζούφια αστεία, τα οποία όμως είναι προτιμότερα απο το "κάθε μέρα μπρόκολο" είδος του δικού τους που κλείνει το αστείο σε οίκο ευγηρίας και το σκοτώνει αργά.


Μαθούνι, το (ουσιαστικό) : Είδος εντόμου (επιστημονική ονομασία Insecto Naris) το οποίο μοναδικό σκοπό ζωής έχει να εξερευνήσει τη ρινική κοιλότητα σου, κάνοντας σε να φυσάς και να ξεφυσάς σα να πήρες ληγμένη κοκαϊνη. Τα μαθούνια πάντα επιλέγουν μια στιγμή σχετικής χαλάρωσης για να επιτεθούν.


Γενικός Σκαπανέας (αξίωμα) : Άτομο το οποίο έχει νεύρα με ένα συγκεκριμμένο άτομο και χρησιμοποιεί το (δικαιολογημένο) θυμό του για να προβεί σε μια (αδικαιολόγητη) εκστρατεία θαψίματος γενικότερης μερίδας πληθυσμού με γενικεύσεις κατευθείαν απο τα εργοστάσια κλισέ της ACME. Αν δε, ανήκεις σε αυτή τη μερίδα πληθυσμού και εσύ, μπροστάτης στην εκστρατεία μπαίνει ένα διόλου αποτελεσματικό "χωρίς παρεξήγηση" το οποίο, ίσα ίσα, έχει τα αντίθετα αποτελέσματα "Άκουσες τι μου έκανε ο μαλάκας ο Κριστιάν; Αλλά έτσι είναι όλοι οι γάλλοι, το κέρατο μου μέσα με τους σκορδοφάγους μπαγκετολάτρεις σαλιγκαρομανείς, που να τους επισκεφτεί ο Γκοτζίλα να ξεβρωμίσει ο τόπος. Χωρίς παρεξήγηση, Μαρσέλ."


Έφαγα πολιτισμική παντόφλα (έκφραση) : Σπάνιο έδεσμα που σου ταϊζεται σχεδόν με τη βία όταν συνειδητοποιείς πως είσαι ολίγον τι κατουρολίγος (βλέπε λήμμα στο προηγούμενο post) ή χαμηλεπίπεδος (βλ. λήμμα). "Οταν ο Τάκης γνώρισε τους τρεις νομπελίστες πρώην της Μαρί-Κλοντίν, έφαγε πολιτισμική παντόφλα και ντράπηκε να πει πως πουλάει κουλούρια έξω απο το βιβλιοπωλείο Αϊνστάιν"


Υποπονάω/ώ (ρήμα): Κάνω υπομονή παρά τη θέληση μου, με καταστροφικά για την ψυχική μου υγεία αποτελέσματα. Υπάρχει ένα αόρατο όριο στο πόσο μπορώ να υποπονέσω, και αν το διαβείς παθαίνεις χιαρστζονίτιδα (βλ. λήμμα). Ουσιαστικό: υποπονή.  Επίθετο: υποπονετικός. Επίρρημα: υποπονετικά. "Κάντε υποπονή/όσο μπορείς να μη γίνεις τρελός/κάντε υποπονή/ μια κεφαλία μη δώσεις στη σιδεριά" -άσμα.