Tuesday, January 29, 2013

"Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι" - παροιμία

Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη σκέψη να μοιραστώ μαζί σας σήμερα. Μόνο μικρές σκέψεις, με την προοπτική να γίνουν μεγάλες ή/και όμορφες, αλλά παραείναι σε πρώιμο στάδιο ακόμα. Αντ' αυτού, θέλω να μοιραστώ μαζί σας μερικές παλαιότερες, όχι ακριβώς σκέψεις, αλλά αποστάξεις σκέψεων για καθημερινή χρήση. Σαφώς επηρρεασμένο απο το Πλαθολόγιο λέξεων του Καλοβυρνά, το παρόν είναι η πρώτη δόση μιας λίστας λέξεων και εκφράσεων που έχω κατα καιρούς χρησιμοποιήσει που, ενώ δεν υπάρχουν επίσημα, θα έπρεπε.


Αμηχανικές (επίθετο): α) κινήσεις: Οι κινήσεις που κάνει ένα -διακριτικό- άτομο όταν άθελα του παρεβρίσκεται σε δημόσια ενσταντάντε νεοσύστατου ζευγαριού, πχ να κοιτάει για πέντε λεπτά το τσιγάρο του ή να καρφώνει τα μάτια του στην τηλεόραση ότι μαλακία και να παίζει, αποφασίζει εκείνη τη στιγμή να τσεκάρει το κινητό του λες και έχει 3223694569326 μηνύματα που δεν έχει διαβάσει κτλ.
β) λέξεις: To αντίστοιχο λεκτικό, αλλά και οι παπαριές που λέμε αυτόματα σε άβολες περιπτώσεις για να μην ενοχλήσουμε, μεν, τον άλλο, το κάνουμε με τον τρόπο μας, δε. "Βασικά εγώ πιστεύω πως δεν έχεις δίκιο, αν και έχεις δίκιο, αλλά δεν μπορώ να το πω για να μην ενοχλήσω τον άλλο, και προς θεού είναι λογικό αυτό που λες αλλά προς θεού μην φανεί πως παίρνω το μέρος σου"

Ζαμσβουνιές, οι (ουσιαστικό): Οι ατάκες που πετάει ένα -όχι και τόσο διακριτικό- τρίτο άτομο σε ένα ζευγάρι μπας και συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι μόνοι τους και δεν είμαστε αναγκασμένοι να κολλάμε μετά απο τα μέλια ούτε να ακούμε τις ζαμανφουνιές τους (βλ. λήμμα). Άσε που τα μέλια μαζεύουν μυρμήγκια σε χρόνο dt και οι ζαμανφουνίες προκαλούν εγκεφαλικές κακώσεις.

Ζαμανφουνιές, οι (ουσιαστικό): Τα εντελώς ξενέρωτα μα και αναληθή, σε τελική ή/και μετέπειτα ανάλυση γλυκόλογα που ανταλλάσει ζευγάρι στα μέλια του. "Μπορεί να σε ξέρω μόλις πέντε μέρες, Αλέκο, αλλά θέλω να κάνω παιδιά μαζί σου και να γεράσουμε μαζί στο Κολοράντο"

Εξφάκτορι, το (ουσιαστικό): εγχώρια βιομηχανία ανεξαρτήτου επωνυμίας η οποία κάθε χρόνο παράγει ανελλιπώς "καλλιτέχνες" δεύτερης, τρίτης ή και τέταρτης κλάσης, οι οποίοι αντλούν γενετικό υλικό απο το ίδιο DNA όπως και οι κατσαρίδες με περίοδο, δηλαδή επιβιώνουν μέχρι να συναντήσουν παντόφλα και αρπάζονται με το παραμικρό.

Τηλεόργιο, το (ουσιαστικό): Τηλεπαθητικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μερίδα πληθυσμού με λίγα -σε πρώτη ανάλυση- μεταξύ τους κοινά χαρακτηριστικά προσβάλλεται απο ανεξήγητη πόρωση με κάποια άσχετη λαλακία, πχ ριάλιτι, κουτσομπολιό, ροζ ντιβιντί κάποιας άκυρης μοντέλας, η φάρμα του φέησμπουκ, το πουλάκι τσίου κτλ. Οι προσβληθέντες μετατρέπονται σε τηλεζόμπι (βλ. λήμμα).

Τηλεζόμπι, το (ουσιαστικό): Όσοι εφαρμόζουν το ρητό "εδώ ο κόσμος χάνεται και το μ**** χτενίζεται", ιδιαιτέρως όταν ο κόσμος είναι δίπλα σου και το μ***** μακριά και απο τη δική του οπτική γωνία, να κι αν χαθεί ο κόσμος, να κι αν δε χαθεί.

Πατατανγκό, το (ουσιαστικό): Ο άβολος και αμήχανος χορός πράξεων και λέξεων σε ένα φλερτ που δεν ξέρεις που οδηγεί ή αν καλά καλά υπάρχει ή είναι της φαντασίας σου και, όταν εκδηλωθεί οδηγεί σε Βατερλό. Το πατατανγκό μπερδεύεται συχνά με το γουίλδεϊ-γουόντδεϊ (βλ. λήμμα).

Γουίλδεϊ-γουόντδεϊ, το (ουσιαστικό): Όπως το πατατανγκό, αλλά με αίσιο τέλος. Συνήθως είναι μεγαλύτερης διάρκειας και σπάει τα νεύρα στους πάντες εκτός απο αυτόν που το παρατείνει. 

Ηλιθιοθεραπεία, η (ουσιαστικό): Ο συγχρωτισμός με ηλίθια όντα για να τονώσουμε το ήδη λανθασμένα τοποθετημένο ηθικό μας.

Μπρος καημός και πίσω Ρέμος (έκφραση): Το να ακούς τραγούδια -και να τα τραγουδάς και δυνατά μάλιστα- όταν έχεις νταλκά/ντέρτι, τα οποία δε θα άκουγες υπο φυσιολογικές συνθήκες που να μην είχε μείνει ούτε για δείγμα άλλο cd, βινύλιο, κασέτα, mp3 ή μουσικό όργανο σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Τηλαντιπάθεια, η (ουσιαστικό): α) Η ικανότητα να μπορείς με ένα και μόνο βλέμμα, ή, σε ακραίες περιπτώσεις, μόνο με την παρουσία στον ίδιο χώρο, να μαντέψεις όλες τις βιτριολικές κακίες που έχει στο μυαλό του άλλο πρόσωπο. 
β) Το να μη χωνεύεις κάποιον τόσο πολύ, που ακόμα και μετά που θα έχει φύγει να μένει ένα συννεφάκι αντιπάθειας γύρω απο εκεί που βρισκόταν.

Χασευκαιρίας, ο (ουσιαστικό): Μυθικό πλάσμα το οποίο αρέσκεται στο να αναριθμεί, συνήθως χωρίς πρόκληση, όλες τις ευκαιρίες τις οποίες έχασε στη ζωή του, και το πως για ότι έχει πάει στραβά στη ζωή του φταίνε άλλοι και ποτέ ο ίδιος κτλ.

Μεγουδεμεγού, το (ουσιαστικό): Απο το "με γουστάρει, δε με γουστάρει". Άτομο το οποίο σπας το κεφάλι σου να καταλάβεις αν σε γουστάρει ή αν είναι απλώς έξτρα φιλικό με διπλή πίτα. Επτά στις δέκα φορές, είναι αμωρή ή σπασοφλέρτης (βλ. λήμματα).

Κολλοβδέλλα, η (ουσιαστικό): Συνομοταξία δίποδων όντων, που όσο κι αν προσπαθείς να αποφύγεις ή να απομακρυνθείς απο δαύτα προσκολλόνται ακόμα πιο σθεναρά. "Η πρώην μου αποδείχθηκε κολλοβδέλλα μετά το χωρισμό"

Κατουραλίγος, ο (ουσιαστικό): Φιλάρεσκος άνθρωπος που, αν πιστέψεις τα λεγόμενα του, είναι το απαύγασμα του ανθρώπινου DNA και πνεύματος. Αν και συγγενεύει στενά με τον χασευκαιρία (βλ. λήμμα), εκεί που ο χασευκαιρίας χρησιμοποιεί την κακομοιριά, το άδικο και το πνιγμένο δίκιο του, ο κατουραλίγος απλώς κομπάζει.

Καρμικό βαμπίρ, το (ουσιαστικό): Συνομοταξία δίποδων όντων, τόσο κωλοχαρακτήρες που κυριολεκτικά απομυζούν την καλή διάθεση των γύρω τους και τρέφονται με αυτήν, αφήνοντας πίσω τους μαύρα σκατοσύννεφα κακίας. Τα καρμικά βαμπίρ κάποια στιγμή σκάνε απο το πολύ φαγητό και αποδεικνύεται πως μέσα τους είχαν μόνο αέρα.

Αμωρή, η (ουσιαστικό): Κοπέλα που ενώ ανταποκρίνεται στο φλερτ (ενίοτε το ξεκινάει, κιόλας) και απαντάει στα (ξεκάθαρα) υποννοούμενα προκλητικά, όταν έρθει η ώρα και η στιγμή που θα μιλήσεις ξεκάθαρα για να μην υπάρχει αμφιβολία λακίζει και ισχυρίζεται πως απλώς σε βλέπει σα φίλο τόσο καιρό. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα αν αυτό αποτελεί απόπειρα τόνωσης ηθικού ή κάλου στον εγκέφαλο. "Αει μωρή, αμωρή!"

Σπασοφλέρτης, ο (ουσιαστικό): Το αρσενικό της αμωρής (βλ. λήμμα).

Ντέζα μπουλ, το (ουσιαστικό): Όταν ακούσεις για πολλοστή φορά τις ίδιες μαλακίες, στο βαθμό που απορείς μήπως κάτι δεν πάει καλά με σένα. Απο το αγγλικό bullshit. Συνώνυμο: Ντεζα Μου.

Ντέζα φτου, το (ουσιαστικό): Όταν κάποιος κάνει για πολλοστή φορά κάτι κατάπτυστο, επιβεβαιώνοντας το ποιόν του. Μα κι εσύ, τι περίμενες;

Ντέζα who, το (ουσιαστικό): α) Όταν προσπαθείς απεγνωσμένα να θυμηθείς  το όνομα ενός ηθοποιού σε μια ταινία/σειρά/παράσταση ή κάτι άλλο και είναι στην άκρη της γλώσσας σου μα δε βρίσκει τον έρμο το δρόμο προς τα έξω. 
β) Όταν προσπαθείς να θυμηθείς το όνομα κάποιου που σου έχει συστηθεί τουλάχιστον οχτώ φορές μα τώρα που τον έχεις μπροστά σου δε σου έρχεται με την καμία.

Ντέζα που, το (ουσιαστικό): Όταν δεν μπορείς να προσδιορίσεις που και πως ξέρεις κάποιον που βλέπεις. Κάτι σου θυμίζει, αλλά που και πως κανείς δεν ξέρει. 

Ντέζα ξου, το (ουσιαστικό): Απόπειρα απομάκρυνσης κολλοβδέλλας (βλ. λήμμα).




1 comment:

  1. AHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHA!!!!!!!!!

    ReplyDelete