Και τι ξέρεις εσύ για μοναξιά, μου λες;
Μιλάς λες και ζεις καθημερινά μέσα στο σκοτάδι της, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν είσαι παρά ένας περαστικός. Δεν είσαι μοναχικός όταν δεν μπορείς να αποφασίσεις με ποια παρέα θα βγεις απόψε, ή επειδή δεν έχεις όρεξη να δεις κάποιον απόψε. Δεν πάει έτσι, φιλαράκο. Μη μιλάς για μοναξιά εσύ, όταν όποιον προσπάθησε να σε πλησιάσει τον κράτησες σε μια απόσταση βολική για να μπορείς πάντα να έχεις την επιλογή να επιλέγεις την εκάστοτε παρέα σου χωρίς ενοχές.
Επέλεξες τη μοναξιά, επειδή δεν άφησες κανέναν να την σπάσει για να μην εξαρτάσαι απο κανένα. Μαγκιά σου, γούστο σου και καπέλο σου. Με τι μούτρα γκρινιάζεις γι' αυτό, όμως; Κάποιοι απο εμάς δεν είμασταν τόσο τυχεροί. Για κάποιους απο εμάς η μοναξιά μας, η μοναχικότητα μας, αν προτιμάς, επιλέχθηκε απο άλλους. Δε μας ρώτησε κανείς τη γνώμη μας για αυτό. Γιατί άλλο που και που να θέλεις να είσαι μόνος σου. Σεβαστό. Άλλου παπά ευαγγέλιο όμως να σου επιβάλλεται. Να νιώθεις παρείσακτος σε παρέες, να νιώθεις περαστικός στις ζωές ανθρώπων που μέχρι πρότινος θεωρούσες φίλους.
Η φιλία δε συμβαίνει συνειδητά, ξέρεις. Είναι αντανακλαστικό. Απλά συμβαίνει. Χαλάει μόνο όταν αρχίζουν οι μαλακίες. Όταν κάποιος νιώθει οτι δένεται με κάποιον που δε θέλει να δεθεί. Όταν κάποιος νιώθει ότι ξαφνικά εκεί που μέχρι χθες υπήρχε φίλος τώρα υπάρχει τοίχος. Όταν ο ένας θέλει να αυτοεπιβεβαιωθεί έχοντας 237965 φίλους (στο φέησμπουκ) τους οποίους βλέπει ανα ντουζίνα μια στο τόσο, και τα άτομα που πραγματικά θέλουν τη φιλία του μένουν στο περιθώριο. Όταν ο ένας θέλει απεγνωσμένα μια φιλική κουβέντα, ένα αστείο, ένα πείραγμα, ένα στήριγμα, και εσύ δεν είσαι εκεί ποτέ. Όταν τον θυμάσαι μόνο όταν οι άλλες πόρτες, οι άλλοι φίλοι σου, είναι κλειστές πια, όταν πέρασες όσο καλά πέρασες, τα έκανες σκατά και κατόπιν εορτής θυμάσαι πως υπήρχε κάποιος που σε νοιαζόταν, τότε. Δεν έχει να κάνει με το πόση την έχεις (τη λίστα φίλων), αλλά με το πως τη χρησιμοποιείς.
Μη μιλάς για μοναξιά, λοιπόν. Έτσι όπως τα έκανες, έτσι έγιναν. Τι περίμενες;
Friday, July 27, 2012
Thursday, July 26, 2012
Η ταχύτητα μιας αντίδρασης είναι ανάλογη δυνάμεων κάποιων συγκεντρώσεων των προϊόντων και των αντιδρώντων. - Νόμος της ταχύτητας
Λες και σήμερα ήταν σημαδιακή η μέρα.
Περπατούσα στο δρόμο, κάτω απο τον αδυσώπητο κυπριακό ήλιο όταν έτυχε να περάσω μπροστά απο ένα κεντρικό περίπτερο της πόλης. Διάφορα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα μπροστά του, με ένα σχετικά στερότυπα αντιπροσωπευτικό δείγμα της κυπριακής νεολαίας αλλά και της μη-κυπριακής νεολαίας που ζει στην Κύπρο. Υπήρχε ο νεο-γιάπης με το κολλαριστό πουκάμισο και το μαλλί που κουβαλούσε πιο πολύ τζελ απο ότι τα εργοστάσια της Haribo. Υπήρχε η κορούα με το μαλλί κομμωτηρίου, το αέρινο φόρεμα, το extravagant νύχι και τα γυαλιά-props απο το The Fly. Υπήρχε ο κύπριος ράσταμαν με το σανδάλι και το μούσι που στα όνειρα του παίζει σιτάρ με τους γιόγκι της Ινδίας τρώγοντας σιεφταλιές. Υπήρχε η ασιάτισα κοπέλα με το καπέλο της. Και, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους έρχοντες και παρέρχοντες στην όαση του περιπτέρου, ένα λευκό σταματημένο αυτοκινητάκι που χτυπούσε κόρνα χωρίς, φαινομενικά, λόγο.
"Ίντα φακκά της πουρούς;" ρώτησε ο ράσταμαν χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. "Εν πελλή, σιόρ", η απάντηση του νεο-γιάπη. Τότε ήταν που πρόσεξα ότι η οδηγός του λευκού αυτοκινήτου τους έκανε απεγνωσμένα νοήματα να πλησιάσουν. Δεν την πρόσεξαν; Την αγνόησαν; Δεν ξέρω. Θέλω να ελπίζω το πρώτο.
Την πλησίασα εγώ, διστακτικά είναι η αλήθεια. Μου έκανε νόημα να ανοίξω την πόρτα του συνοδηγού, και πάλι διστακτικά, την άνοιξα.
"Δόξα το θεό, έχει μισή ώρα που προσπαθώ. Μπορείς σε παρακαλώ να μου φέρεις δυο Marlboro light και μια κάρτα SoEasy των 5;", μου είπε δίνοντας μου 15 ευρώ. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, της είπα εντάξει. Τότε μόνο, δίνοντας της τα ρέστα της και τα ψώνια της πρόσεξα τους επιδέσμους στα πόδια της. Η γυναίκα δεν μπορούσε να να περπατήσει να πάει ως το περίπτερο, και κανένας περαστικός δεν ασχολήθηκε να δει τι έχει, γιατί "φακκούσε της πουρούς", γιατί τους έκανε νοήματα. Όσο το όχημα τους δεν ενοχλούσε, ήταν "πελλή".
Γαμώ την κοινωνία μου μέσα.
Περπατούσα στο δρόμο, κάτω απο τον αδυσώπητο κυπριακό ήλιο όταν έτυχε να περάσω μπροστά απο ένα κεντρικό περίπτερο της πόλης. Διάφορα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα μπροστά του, με ένα σχετικά στερότυπα αντιπροσωπευτικό δείγμα της κυπριακής νεολαίας αλλά και της μη-κυπριακής νεολαίας που ζει στην Κύπρο. Υπήρχε ο νεο-γιάπης με το κολλαριστό πουκάμισο και το μαλλί που κουβαλούσε πιο πολύ τζελ απο ότι τα εργοστάσια της Haribo. Υπήρχε η κορούα με το μαλλί κομμωτηρίου, το αέρινο φόρεμα, το extravagant νύχι και τα γυαλιά-props απο το The Fly. Υπήρχε ο κύπριος ράσταμαν με το σανδάλι και το μούσι που στα όνειρα του παίζει σιτάρ με τους γιόγκι της Ινδίας τρώγοντας σιεφταλιές. Υπήρχε η ασιάτισα κοπέλα με το καπέλο της. Και, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους έρχοντες και παρέρχοντες στην όαση του περιπτέρου, ένα λευκό σταματημένο αυτοκινητάκι που χτυπούσε κόρνα χωρίς, φαινομενικά, λόγο.
"Ίντα φακκά της πουρούς;" ρώτησε ο ράσταμαν χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. "Εν πελλή, σιόρ", η απάντηση του νεο-γιάπη. Τότε ήταν που πρόσεξα ότι η οδηγός του λευκού αυτοκινήτου τους έκανε απεγνωσμένα νοήματα να πλησιάσουν. Δεν την πρόσεξαν; Την αγνόησαν; Δεν ξέρω. Θέλω να ελπίζω το πρώτο.
Την πλησίασα εγώ, διστακτικά είναι η αλήθεια. Μου έκανε νόημα να ανοίξω την πόρτα του συνοδηγού, και πάλι διστακτικά, την άνοιξα.
"Δόξα το θεό, έχει μισή ώρα που προσπαθώ. Μπορείς σε παρακαλώ να μου φέρεις δυο Marlboro light και μια κάρτα SoEasy των 5;", μου είπε δίνοντας μου 15 ευρώ. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, της είπα εντάξει. Τότε μόνο, δίνοντας της τα ρέστα της και τα ψώνια της πρόσεξα τους επιδέσμους στα πόδια της. Η γυναίκα δεν μπορούσε να να περπατήσει να πάει ως το περίπτερο, και κανένας περαστικός δεν ασχολήθηκε να δει τι έχει, γιατί "φακκούσε της πουρούς", γιατί τους έκανε νοήματα. Όσο το όχημα τους δεν ενοχλούσε, ήταν "πελλή".
Γαμώ την κοινωνία μου μέσα.
Monday, July 23, 2012
Άν το διανυσματικό άθροισμα των δυνάμεων, των επιδράσεων που ασκούνται σε ένα σώμα, είναι μηδέν τότε και η μεταβολή της ταχύτητάς του θα είναι, επίσης, μηδενική. -Πρώτος Νόμος του Νεύτωνα
Πραγματικά, δεν ξέρω τι έκανα λάθος. Τι έκανα που σε οδήγησε, απο τη μια μέρα στην άλλη, να μου γυρίσεις πλάτη τόσο απότομα και τόσο ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω. Ίσως είναι μια απλή παρεξήγηση, μα είμαστε και οι δυο τόσο γαμημένα εγωιστές για να τη λύσουμε. Ίσως ήταν κάτι αδιαόρατο για τον ένα, βουνό για τον άλλο. Ίσως απλώς μια μέρα ξύπνησες στραβά και κάτι που αποδεχόσουν δεν ήθελες καν να ανεχτείς. Δεν ξέρω.
Μου λείπει η παρέα σου. Τα πειράγματα, τα γέλια, οι σοβαρές συζητήσεις περι ζωής, νοοτροπιών, καταστάσεων. Μου λείπεις εσύ, για να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Ίσως νόμιζες ότι ήθελα κάτι εκτός απο την παρέα σου, ότι η προσέγγιση μου δεν ήταν φιλική. Ίσως στράβωσες επειδή νόμιζες ότι το ανθρώπινο ενδιαφέρον μου για σένα ήταν μια πρόφαση για κάτι άλλο, ή, μια στο εκατομμύριο, στράβωσες επειδή συνειδητοποίησες πως δεν ήταν πρόφαση, πως δεν ήθελα κάτι παραπάνω απο το να είμαι φίλος σου. Δεν ξέρω.
Ξέρω, όμως, πως κάτι έγινε για να στραβώσεις.
Ίσως το ένα, στην οποία περίπτωση απολογούμαι. Ίσως οι προθέσεις μου δεν φάνηκαν ξεκάθαρα, ή να τις είδες αλλιώς μέσα απο ένα πρίσμα που δεν έβαλα εγώ μπροστά απο τα μάτια σου. Γιατί θέλω να πιστεύω πως έκανα ότι μπορούσα να σου δείξω πως το ενδιαφέρον μου στο άτομο σου ξεκινούσε και σταματούσε στην ψυχή σου. Ίσως έπρεπε να το πω ακόμα πιο ξεκάθαρα, αλλα ειλικρινά, δεν ξέρω πόσο πιο ξεκάθαρα μπορούσα να το πω έτσι όπως ήταν τα πράγματα. Αν είχα δει σημάδια ότι παρεξηγούσες το ενδιαφέρον μου, θα είχα πει τις λέξεις που γράφω τώρα, και δε θα χωρούσε αμφιβολία.
Ίσως το άλλο. Στην οποία περίπτωση απολογούμαι ακόμα παραπάνω. Υπο άλλες συνθήκες ίσως να μπορούσα να σου δώσω αυτό που ίσως ήθελες. Σε συμπάθησα σαν άνθρωπο, και αυτό είναι πάντα -για μένα τουλάχιστον- το πιο σημαντικό απο όλα. Ίσως -πάλι- να είδες πράξεις και λέξεις και βλέμματα απο ένα άλλο πρίσμα. Ίσως σε μια άλλη φάση να έρχονταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά δεν πιστεύω ότι άφησα καμιά κατάσταση φλου και χύμα για να σε παραπλανήσω. Αν αυτό ήταν που σε απομάκρυνε, λυπάμαι, αλλά ίσως κάποια στιγμή δεις ότι ήταν το πιο σωστό πράγμα που μπορούσα να κάνω, το να σου δείξω διακριτικά πως το ενδιαφέρον μου δεν είχε κάποιο απώτερο στόχο χωρίς να σε εκμεταλλευτώ, να σου δώσω ελπίδες, να σε παίξω.
Ίσως σε στράβωσε κάτι τρίτο που δεν μπορώ να δω. Είναι μεγάλη μαλακία, όμως, να δολοφονείται μια φιλία στα σπάργανα χωρίς μια λέξη, χωρίς μια εξήγηση, χωρίς ένα ξέσπασμα. Δε σε υποχρεώνει κανείς να δώσεις λόγο για τις αποφάσεις και τις πράξεις σου σε διαπροσωπικό επίπεδο. Δική σου ζωή είναι. Απλώς σου λέω πως με πείραξε. Με πείραξε αυτό, και με πείραξε ο casual τρόπος με τον οποίο ισοπέδωσες όσες συζητήσεις κάναμε, όσο κοντά ένιωσα πως ήρθαμε, όλα όσα είπαμε ή αφήσαμε να ειπωθούν στη σιωπή και στα βλέμματα. Όλες τις φορές που προσπάθησα να σε κάνω να γελάσεις, να νιώσεις άνετα, να μιλήσεις, να μάθουμε ο ένας τον άλλο λίγο καλύτερα. Νόμιζα ότι δεν ήταν απλώς κουβέντες της στιγμής για να περάσει η ώρα της αναμονής, και ότι είχε αρχίσει να δημιουργείται μια φιλία κάπου εκεί ανάμεσα στις λέξεις. Μου είπες πως έκανα λάθος. Ίσως επειδή όντως έκανα λάθος, και αυτό που νόμιζα πως υπήρχε δεν υπήρξε ποτέ. Ίσως επειδή απλώς ήθελες να απομακρυνθείς για κάτι που δεν ξέρω και μάλλον δε θα μάθω ποτέ.
Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι πως μου λείπεις.
Μου λείπει η παρέα σου. Τα πειράγματα, τα γέλια, οι σοβαρές συζητήσεις περι ζωής, νοοτροπιών, καταστάσεων. Μου λείπεις εσύ, για να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Ίσως νόμιζες ότι ήθελα κάτι εκτός απο την παρέα σου, ότι η προσέγγιση μου δεν ήταν φιλική. Ίσως στράβωσες επειδή νόμιζες ότι το ανθρώπινο ενδιαφέρον μου για σένα ήταν μια πρόφαση για κάτι άλλο, ή, μια στο εκατομμύριο, στράβωσες επειδή συνειδητοποίησες πως δεν ήταν πρόφαση, πως δεν ήθελα κάτι παραπάνω απο το να είμαι φίλος σου. Δεν ξέρω.
Ξέρω, όμως, πως κάτι έγινε για να στραβώσεις.
Ίσως το ένα, στην οποία περίπτωση απολογούμαι. Ίσως οι προθέσεις μου δεν φάνηκαν ξεκάθαρα, ή να τις είδες αλλιώς μέσα απο ένα πρίσμα που δεν έβαλα εγώ μπροστά απο τα μάτια σου. Γιατί θέλω να πιστεύω πως έκανα ότι μπορούσα να σου δείξω πως το ενδιαφέρον μου στο άτομο σου ξεκινούσε και σταματούσε στην ψυχή σου. Ίσως έπρεπε να το πω ακόμα πιο ξεκάθαρα, αλλα ειλικρινά, δεν ξέρω πόσο πιο ξεκάθαρα μπορούσα να το πω έτσι όπως ήταν τα πράγματα. Αν είχα δει σημάδια ότι παρεξηγούσες το ενδιαφέρον μου, θα είχα πει τις λέξεις που γράφω τώρα, και δε θα χωρούσε αμφιβολία.
Ίσως το άλλο. Στην οποία περίπτωση απολογούμαι ακόμα παραπάνω. Υπο άλλες συνθήκες ίσως να μπορούσα να σου δώσω αυτό που ίσως ήθελες. Σε συμπάθησα σαν άνθρωπο, και αυτό είναι πάντα -για μένα τουλάχιστον- το πιο σημαντικό απο όλα. Ίσως -πάλι- να είδες πράξεις και λέξεις και βλέμματα απο ένα άλλο πρίσμα. Ίσως σε μια άλλη φάση να έρχονταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά δεν πιστεύω ότι άφησα καμιά κατάσταση φλου και χύμα για να σε παραπλανήσω. Αν αυτό ήταν που σε απομάκρυνε, λυπάμαι, αλλά ίσως κάποια στιγμή δεις ότι ήταν το πιο σωστό πράγμα που μπορούσα να κάνω, το να σου δείξω διακριτικά πως το ενδιαφέρον μου δεν είχε κάποιο απώτερο στόχο χωρίς να σε εκμεταλλευτώ, να σου δώσω ελπίδες, να σε παίξω.
Ίσως σε στράβωσε κάτι τρίτο που δεν μπορώ να δω. Είναι μεγάλη μαλακία, όμως, να δολοφονείται μια φιλία στα σπάργανα χωρίς μια λέξη, χωρίς μια εξήγηση, χωρίς ένα ξέσπασμα. Δε σε υποχρεώνει κανείς να δώσεις λόγο για τις αποφάσεις και τις πράξεις σου σε διαπροσωπικό επίπεδο. Δική σου ζωή είναι. Απλώς σου λέω πως με πείραξε. Με πείραξε αυτό, και με πείραξε ο casual τρόπος με τον οποίο ισοπέδωσες όσες συζητήσεις κάναμε, όσο κοντά ένιωσα πως ήρθαμε, όλα όσα είπαμε ή αφήσαμε να ειπωθούν στη σιωπή και στα βλέμματα. Όλες τις φορές που προσπάθησα να σε κάνω να γελάσεις, να νιώσεις άνετα, να μιλήσεις, να μάθουμε ο ένας τον άλλο λίγο καλύτερα. Νόμιζα ότι δεν ήταν απλώς κουβέντες της στιγμής για να περάσει η ώρα της αναμονής, και ότι είχε αρχίσει να δημιουργείται μια φιλία κάπου εκεί ανάμεσα στις λέξεις. Μου είπες πως έκανα λάθος. Ίσως επειδή όντως έκανα λάθος, και αυτό που νόμιζα πως υπήρχε δεν υπήρξε ποτέ. Ίσως επειδή απλώς ήθελες να απομακρυνθείς για κάτι που δεν ξέρω και μάλλον δε θα μάθω ποτέ.
Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι πως μου λείπεις.
Sunday, July 22, 2012
Οι δυνάμεις που εξασκούνται από την αλληλεπίδραση δύο σωμάτων είναι πάντα ίσες κατά το μέτρο και αντίθετες κατά τη φορά. - Δεύτερος Νόμος του Νεύτωνα
Έτσι που λες. Δεν το περίμενα. Δεν σκόπευα ποτέ να κάνω ένα τέτοιο blog. Για μένα το blog ήταν ένας τρόπος να βγάλω απο μέσα μου, να καταλήσω αν θες, το σαράκι που είχα απο μικρός με το γράψιμο. Το προσπάθησα ξανά κατα καιρούς, με ποιήματα, με θεατρικά, με μικρές ιστορίες, με κριτικές ταινιών, με (σχετικά) δημοφιλή μόνιμη στήλη στο περιοδικό του δημοσιογραφικού ομίλου στα χρόνια που...πέρασα; Σπατάλησα; Ανάλωσα; Έζησα;...στο UCY. Η στήλη ξεκίνησε σαν κριτική της επικαιρότητας, κατέληξε σε ένα μερικές φορές αρκετά ενδοσκοπικό χρονογράφημα...Κατέληξα στο να έχω ένα blog εν είδη δημοσιογραφίας: κριτικές video games, νέα του χώρου, γνώμες, σκέψεις. Δεν ξέρω που κατατάσσεται, δεν σπούδασα δημοσιογραφία. Θα μου πεις, κρίνοντας απο ορισμένους γνωστούς μου, τουλάχιστον δεν μπερδεύω τη δημοσιογραφία με το να στέκομαι σαν αγγούρι με ένα μικρόφωνο made in taiwan μπροστά σε μια κάμερα made in japan να διαβάζω λόγια made in marketing και το γκρίζα μου κύτταρα αποσυνδεδεμένα απο τον εγκέφαλο μου.
Αφορμή ήσουν εσύ, γνωστή που κάποτε μου είπες πως με αγαπάς γι αυτό που είμαι. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, επειδή δυστυχώς δεν υπάρχει μόνο μια σαν εσένα, μιλώ για σένα. Εσένα που κάποτε μου έδωσες ένα λουλούδι γιασεμιού έξω απο ένα σπιτί ούτε δικό μου ούτε δικό σου. Εσένα που κάποτε σκεφτόμουν συνέχεια, εσένα που κάποτε έφτασα σε επίπεδα τόσο χαμηλά για να σε κάνω να ζηλέψεις που σιχάθηκα τον εαυτό μου (και το τραγικό είναι πως ζήλεψες). Εσένα που κάποτε ήθελα απο τη μια να φιλήσω και απο την άλλη να χαστουκίσω, εσένα που μου έστελνες μήνυμα όποτε τύχαινε να με δεις να περπατάω στο δρόμο όταν περνούσες με το τζιπάκι σου, εσένα που όσο σε ήθελα με έπαιζες στα δάχτυλα σου σαν κοκκαλάκι των μαλλιών και όταν όταν τράβηξα πίσω ήρθες μπροστά. Εσένα που κάλεσα αμέτρητες φορές για καφέ και ποτέ δεν ήρθες μόνη σου. Εσένα που φιλούσα ένα απόγευμα μέσα σε κεινο το τζιπάκι για μια και μοναδική φορά και την επόμενη φορά που με είδες έκανες πως δε με ήξερες. Αν δεν κατάλαβες ποια είσαι...δεν ξέρω πόσες άλλες βοήθειες να δώσω.
Δεν απευθύνομαι σε σένα. Ήσουν μονάχα μια αφορμή. Το υπόλοιπο του κειμένου ίσως σε προσβάλλει. Ίσως σε ενοχλήσει. Ίσως σου αρέσει, ίσως σε αλλάξει. Ειλικρινά, δε με ενδιαφέρει καν αν θα το διαβάσεις.
Απλώς θέλω να σημειώσω το παράδοξο του πράγματος. Τη διαφορετικότητα προς χάρη της διαφορετικότητας. Τη διαφορετικότητα ως αυτοσκοπό. Το ότι εσύ και οι όμοιοι σου μισείτε σχεδόν παθολογικά ότι εσείς θεωρείτε mainsteam. Ντύνεστε με διαφορετικό στυλ. Με πολύχρωμα λινά. Με μακριά μαλλιά. Με ράστα. Με ταγάρια. Με στριφτά τσιγάρα ως θέμα ιδεολογίας. Με μια ιδεολογία που δε διαπερνά το δέρμα. Με μια ιδεολογία που διατάζει το πως θα μιλήσεις, διασκεδάσεις, θα ντυθείς, θα φας, θα πιείς, πως και με ποιον ή ποια θα κοιμηθείς. Μια ιδεολογία που δεν είναι δική σου. Με μια "εναλλακτικότητα" που ακολουθείτε τόσο τυφλά και τόσο ευλαβικά που την καταντήσατε νεο mainstream. Με τους νέους ψευδο-χίπηδες με τα λεφτά του μπαμπά, που διαμαρτύρονται μόνο για ότι τους πει κάποιος άλλος να διαμαρτυρηθούν. Που σε αντίθεση σε άλλές γενιές, δεν σκέφτονται μόνοι τους. Που ζητούν κατάλυση θεσμών και συστημάτων επειδή κάποιος άλλος του είπε να το κάνουν. Μιλώ για τους ψευδοεναλλακτικούς που είναι ακριβώς αυτό που κοροιδεύουν και ούτε καν το καταλαβαίνουν. Τους εναλλακτικούς που θεωρούν ότι το να ανήκεις σε μια μάζα αλλά όχι στην άλλη τους κάνει καλύτερους. Αυτούς που ξέχασαν ότι υπάρχει πάντα η επιλογή να μην ανήκεις καν σε μια μάζα.
Δεν μπορώ να σας καταλάβω. Το προσπάθησα πολλές φορές, μίλησα με πάρα, μα πάρα πολλούς απο εσάς. Ελάχιστοι απο εσάς που απαντήσατε με κάτι παραπάνω απο τις τετριμμένες μισο-ειρωνικές σπόντες του "εναλλακτικού" δόγματος. Ένιωσα απο αρκετούς απο εσάς τον αέρα την αλαζονεία της ψευδοκουλτούρας που αποδέχεται τα στυλιστικά μποέμ στοιχεία αλλά, πόσο βολικά, αρνείται να δει τι σημαίνει μποέμ κάτω απο την επιφάνεια.
Δεν είσαι μποέμ αν ζεις με τα λεφτά του μπαμπά, αν δεν έχεις έστω μια ρανίδα δημιουργικότητας και προσωπικής σκέψης. Μποέμ είναι ο ζωγράφος που δεν ξέρει αν θα έχει να φάει αύριο. Μποέμ είναι ο μουσικός που θα παίξει στο δρόμο γιατί έτσι του καύλωσε. Μποέμ είναι ο περιφερόμενος απο δουλειά σε δουλειά που προσπαθεί συνέχεια να πραγματοποιήσει το όνειρο του. Εσύ, και ο καθένας σαν εσένα, που ζεις με τους γονείς ή τα λεφτά του μπαμπά και της μαμάς, που ντύνεσαι "εναλλακτικά", ακούς "εναλλακτική" μουσική, ξυπνάς αργά το απόγευμα, πίνεις καφέδες σε "εναλλακτικά" καφέ, διαβάζεις μόνο "εναλλακτικά" βιβλία, βλέπεις μόνο "εναλλακτικές" ταινίες, και μένεις ξύπνιος ως τις πρώτες πρωινές ώρες πίνοντας μπύρες με τους "εναλλακτικούς" φίλους σου, κάθε μέρα χωρίς αμφιβολία στο μυαλό σου ότι αυτό σε κάνει καλύτερο ή καλύτερη απο όλο τον υπόλοιπο κόσμο (που γουστάρεις να αποκαλείς "πρόβατα") δεν είσαι μποέμ.
Είσαι και συ πρόβατο, και μάλιστα μαλακισμένο. Απλώς απο άλλο κοπάδι.
Αφορμή ήσουν εσύ, γνωστή που κάποτε μου είπες πως με αγαπάς γι αυτό που είμαι. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, επειδή δυστυχώς δεν υπάρχει μόνο μια σαν εσένα, μιλώ για σένα. Εσένα που κάποτε μου έδωσες ένα λουλούδι γιασεμιού έξω απο ένα σπιτί ούτε δικό μου ούτε δικό σου. Εσένα που κάποτε σκεφτόμουν συνέχεια, εσένα που κάποτε έφτασα σε επίπεδα τόσο χαμηλά για να σε κάνω να ζηλέψεις που σιχάθηκα τον εαυτό μου (και το τραγικό είναι πως ζήλεψες). Εσένα που κάποτε ήθελα απο τη μια να φιλήσω και απο την άλλη να χαστουκίσω, εσένα που μου έστελνες μήνυμα όποτε τύχαινε να με δεις να περπατάω στο δρόμο όταν περνούσες με το τζιπάκι σου, εσένα που όσο σε ήθελα με έπαιζες στα δάχτυλα σου σαν κοκκαλάκι των μαλλιών και όταν όταν τράβηξα πίσω ήρθες μπροστά. Εσένα που κάλεσα αμέτρητες φορές για καφέ και ποτέ δεν ήρθες μόνη σου. Εσένα που φιλούσα ένα απόγευμα μέσα σε κεινο το τζιπάκι για μια και μοναδική φορά και την επόμενη φορά που με είδες έκανες πως δε με ήξερες. Αν δεν κατάλαβες ποια είσαι...δεν ξέρω πόσες άλλες βοήθειες να δώσω.
Δεν απευθύνομαι σε σένα. Ήσουν μονάχα μια αφορμή. Το υπόλοιπο του κειμένου ίσως σε προσβάλλει. Ίσως σε ενοχλήσει. Ίσως σου αρέσει, ίσως σε αλλάξει. Ειλικρινά, δε με ενδιαφέρει καν αν θα το διαβάσεις.
Απλώς θέλω να σημειώσω το παράδοξο του πράγματος. Τη διαφορετικότητα προς χάρη της διαφορετικότητας. Τη διαφορετικότητα ως αυτοσκοπό. Το ότι εσύ και οι όμοιοι σου μισείτε σχεδόν παθολογικά ότι εσείς θεωρείτε mainsteam. Ντύνεστε με διαφορετικό στυλ. Με πολύχρωμα λινά. Με μακριά μαλλιά. Με ράστα. Με ταγάρια. Με στριφτά τσιγάρα ως θέμα ιδεολογίας. Με μια ιδεολογία που δε διαπερνά το δέρμα. Με μια ιδεολογία που διατάζει το πως θα μιλήσεις, διασκεδάσεις, θα ντυθείς, θα φας, θα πιείς, πως και με ποιον ή ποια θα κοιμηθείς. Μια ιδεολογία που δεν είναι δική σου. Με μια "εναλλακτικότητα" που ακολουθείτε τόσο τυφλά και τόσο ευλαβικά που την καταντήσατε νεο mainstream. Με τους νέους ψευδο-χίπηδες με τα λεφτά του μπαμπά, που διαμαρτύρονται μόνο για ότι τους πει κάποιος άλλος να διαμαρτυρηθούν. Που σε αντίθεση σε άλλές γενιές, δεν σκέφτονται μόνοι τους. Που ζητούν κατάλυση θεσμών και συστημάτων επειδή κάποιος άλλος του είπε να το κάνουν. Μιλώ για τους ψευδοεναλλακτικούς που είναι ακριβώς αυτό που κοροιδεύουν και ούτε καν το καταλαβαίνουν. Τους εναλλακτικούς που θεωρούν ότι το να ανήκεις σε μια μάζα αλλά όχι στην άλλη τους κάνει καλύτερους. Αυτούς που ξέχασαν ότι υπάρχει πάντα η επιλογή να μην ανήκεις καν σε μια μάζα.
Δεν μπορώ να σας καταλάβω. Το προσπάθησα πολλές φορές, μίλησα με πάρα, μα πάρα πολλούς απο εσάς. Ελάχιστοι απο εσάς που απαντήσατε με κάτι παραπάνω απο τις τετριμμένες μισο-ειρωνικές σπόντες του "εναλλακτικού" δόγματος. Ένιωσα απο αρκετούς απο εσάς τον αέρα την αλαζονεία της ψευδοκουλτούρας που αποδέχεται τα στυλιστικά μποέμ στοιχεία αλλά, πόσο βολικά, αρνείται να δει τι σημαίνει μποέμ κάτω απο την επιφάνεια.
Δεν είσαι μποέμ αν ζεις με τα λεφτά του μπαμπά, αν δεν έχεις έστω μια ρανίδα δημιουργικότητας και προσωπικής σκέψης. Μποέμ είναι ο ζωγράφος που δεν ξέρει αν θα έχει να φάει αύριο. Μποέμ είναι ο μουσικός που θα παίξει στο δρόμο γιατί έτσι του καύλωσε. Μποέμ είναι ο περιφερόμενος απο δουλειά σε δουλειά που προσπαθεί συνέχεια να πραγματοποιήσει το όνειρο του. Εσύ, και ο καθένας σαν εσένα, που ζεις με τους γονείς ή τα λεφτά του μπαμπά και της μαμάς, που ντύνεσαι "εναλλακτικά", ακούς "εναλλακτική" μουσική, ξυπνάς αργά το απόγευμα, πίνεις καφέδες σε "εναλλακτικά" καφέ, διαβάζεις μόνο "εναλλακτικά" βιβλία, βλέπεις μόνο "εναλλακτικές" ταινίες, και μένεις ξύπνιος ως τις πρώτες πρωινές ώρες πίνοντας μπύρες με τους "εναλλακτικούς" φίλους σου, κάθε μέρα χωρίς αμφιβολία στο μυαλό σου ότι αυτό σε κάνει καλύτερο ή καλύτερη απο όλο τον υπόλοιπο κόσμο (που γουστάρεις να αποκαλείς "πρόβατα") δεν είσαι μποέμ.
Είσαι και συ πρόβατο, και μάλιστα μαλακισμένο. Απλώς απο άλλο κοπάδι.
Subscribe to:
Comments (Atom)